Ηλίανθος

Κατάγεται από τη Βόρεια Αμερική, όπου διαδεδομένες είναι οι άγριες ποικιλίες. Ως σημαντικό εμπορικά σπορελαιοφόρο προϊόν, αναπτύχθηκε αρχικά στην πρώην Σοβιετική Ένωση. Οι καλλιεργούμενες μορφές διακρίνονται από τις μεγάλες ταξιανθίες,σε ποικιλίες από γιγαντιαίους τύπους των 2μ. και ψηλότερα με ταξιανθίες μήκους 50 εκ., μέχρι τύπους νάνου, που φθάνουν το 1μ. Τα τυπικά ελαιοπαραγωγά φυτά φθάνουν περίπου το 1,5 μ. σε ύψος, με  25 cm capitula,  και αχαίνια μαύρα, λευκά ή ριγωτά.

Ο ηλίανθος καλλιεργήθηκε κυρίως για το σπόρο, που είναι παγκοσμίως η δεύτερη πηγή βρώσιμου ελαίου. Το ηλιέλαιο χρησιμοποιείται στη μαγειρική, μαργαρίνες, ντρέσινγκ σε σαλάτες, λίπανση, σαπούνι, φωτιστικό. Ημίξηρο έλαιο, χρησιμοποιείται με λιναρόσπορο και άλλα ξηρά έλαια σε βαφές και βερνίκια. Η αποφλοιωμένη ηλιόπιτα χρησιμοποιείται ως υψηλή σε πρωτεϊνες (μέχρι 50%) ζωοτροφή. Τα φυτά χρησιμοποιούνται για ζωοτροφές, φρέσκες ή ξηρές. Ο φλοιός χρησιμοποιείται ως ζωοτροφή. 

Οι σπόροι εμπεριέχουν 45-65% έλαιο. Το ηλιέλαιο έχει υψηλή περιεκτικότητα σε ακόρεστα λιπαρά οξέα όπως το λινολεϊκό οξύ (44-72%), μεσαία περιεκτικότητα σε ολεϊκό οξύ  (25-30%) και πολύ χαμηλά επίπεδα λινολενικού οξέος. Υπό θερμές συνθήκες η περιεκτικότητα σε ολεϊκό είναι υψηλότερη και σε λινολεϊκό χαμηλότερη. Τα κεκορεσμένα οξέα, παλμιτικό και στεαρικό, σπάνια υπερβαίνουν το 12%. Η τοκοφερόλη, ή βιταμίνη Ε, είναι σημαντική βιταμίνη και φυσικό αντιοξειδωτικό.